Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Η γενιά του 50, 60 και 70

Σύμφωνα με τις στατιστικές, εμείς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 50, 60 και 70, πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει. Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά, με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με κάτι βαριές παρκετέζες και αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας.



Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση.

Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκίτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.

Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.

Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με κάρβουνο ή με θερμάστρες πετρελαίου.

Πού να βρεθεί καλοριφέρ τότε.

Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας, ο Μικρός Ήρωας κι ο Μικρός Σερίφης, της μαμάς το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, τη Βεντέτα.

ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλίρου, γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, γλειφιτζούρι κοκοράκι, καραμέλες γάλακτος οι τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον, πεστίλι πέτσα βερίκοκο, αυθεντικό παστέλι, και κάτασπρο μαντολάτο.

Τα αστικά λεωφορεία ήταν Σκάνια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα στο όχημα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλε δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα.

Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα.

Καμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή, που ήταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα.

Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα, με το κλασικό γκρι καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο να λέει τις στάσεις ή «τέρμα τα μία και είκοσι» και τη λειωμένη δερμάτινη κερματοθήκη.

Τα κίτρινα τρόλεϊ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλα που έκοβε τα εισιτήρια.

Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες.

Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.

Ποιος να έχει τότε Ι.Χ;

Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia.

Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα;

Το γάλα μάς το έφερνε ο γαλατάς μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μια καρδάρα στην κατσαρόλα, στην εξώπορτα.

Τις κολώνες του πάγου τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του, τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, και αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο.

Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο.

Πού ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ, ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.

Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες, οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες, είχαν πολλή δουλειά.

Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν, περίμεναν πελάτη.

Και σε κάποια γωνιά, σε μια καμαρούλα δυο επί δυο, ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι, το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι, ενώ ήταν διάχυτη η μυρωδιά της βενζινόκολλας.

Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά, σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, είχε σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο το επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλια, σοκολάτα, φράουλα και μπανάνα, και παραδίπλα κουραμπιέδες Μπούσιου, τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.

Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ’ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμμένα πλιξ, τυλιγμένα σε ρόλλεϊ κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ.

Τα αυτιά σκεπασμένα με κοκάλινα καπάκια.

Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.

Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο ελληνικός -τούρκικος τότε.

Δεν υπήρχε νες, ούτε φραπέ, ούτε καπουτσίνο, ούτε εσπρέσσο, ούτε καν φίλτρου γαλλικός.

Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα.

Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά, με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο κι ο ατμός που υγροποιούταν έπεφτε πάνω στον καφέ, τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.

Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμά και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παϊδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας, γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».

Και αργότερα πιο μεγάλοι πια, σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών, το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια.

Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωί τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστό υποβρύχιο, μέσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι.

Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ’ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι.

Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα, πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ’ το ραδιόφωνο.

Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ’ την τηλεόραση, Διακογιάννης Φουντουκίδης, Κατσαρός.

Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το ‘σπρωχνε στο χωματόδρομο.

Παπασπύρου ΑΣΤΥ, ΕΒΓΑ.

Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.

Μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες.

Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα, άντε και στη Λουμπάρδα ή απ’ την άλλη μεριά, Ραφήνα, Νέα Μάκρη, Κόκκινο λιμανάκι.

Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπάνιο με τις κομπιναιζόν, πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό, να βάλουν εσώρουχο και παντελόνι.

Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά, ενώ το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.

Και φρούτα, θεούλη μου, τι φρούτα ήταν αυτά! 

Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες, που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό.

Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα. 

Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.

Πίναμε νερό απ’ το λάστιχο του κήπου, τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι, κοκ και κορνέ με σαντιγί, πάστες νουγκατίνες, σοκολατίνες και σεράνο, απ’ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς.

Βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές, σπιτικά γλυκά του κουταλιού, συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νεραντζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά: Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες.

Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές, αλλά ποτέ δεν ήμασταν υπέρβαροι γιατί παίζαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες.

Αν τύχαινε να αρρωστήσουμε, πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες, να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε.

Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου, στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.

Όταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέτο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι, έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι.

Περνάγαμε ώρες έξω απ' το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς, απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο.

Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ’ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων.

Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας.

Κι αν τα αποκτούσαμε, τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλιρα για να μη φουσκώσουν.

Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε.

Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό.

Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέτες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων.

Πόσες φορές δεν σπάγαμε κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου, που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο "o παλιόγερος!".

Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ’ αυτά που αγοράζαμε απ’ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ’ τα πακέτα τα τσιγάρα.

Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα ή το πιο συνηθισμένο, μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε.

Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας, σπάγαμε και κανένα χέρι, οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν.

Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ’ την πόρτα.

Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές, μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε.

Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά.

Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ’ τις σκούπες, ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια.

 Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ’ τις μεγάλες κατσαρόλες.

Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ’ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης;

Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.

Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο, τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει. 

Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος, όταν πιάναμε το φλιτ με το εντομοκτόνο, να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.

Φεύγαμε απ’ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα, αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ’ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα.

Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια, ούτε καν τηλεόραση, άντε κανένα ραδιόφωνο με λυχνίες.

Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό ή Ενόπλων.

Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρεις μέρες πρωί, τρεις μέρες απόγευμα.

Τετάρτη απόγευμα, Πέμπτη πρωί, και την πρώτη ώρα Μαθηματικά.

Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ’ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά ή να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα.

Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη.

Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούςς

Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε: Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος.

Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο;

-Για να σηκωθεί σήμερα ο…και μέχρι να πει το μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.

Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια ή τα κορίτσια που τα ‘γραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις ποδιές τους;

Μπλε κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλε κορδέλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες, για τα αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.

Θυμηθείτε και πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο.

Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ’ τα γένια και τη χοντρή φωνή.

Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές με κάτι απίστευτα πούλμαν, στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσο, το Ναύπλιο, τον Όσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο το σκανδαλιάρη, που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα.

Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι;

Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα, το χνούδι πάνω απ’ το χείλος μας.

Πάρτι γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.

Άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλουζ σε συνεννόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας.

Την απίστευτη φράση «τα φτιάξαμε»;

Πηγαίναμε στο γήπεδο τρεις ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ’ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες.

Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους.

Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη.

Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα.

Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα; Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα;

Τα πρώτα μακριά παντελόνια;

Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες-παρέες ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα, τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. 

Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ’ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες.

Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα.

Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες μας.

Ζήσαμε.

Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή για δικό τους όφελος.

Άρθρο ανώνυμου
eyedoll.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...