«Την ψυχωφελή, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, και την Αγίαν Εβδομάδα τον πάθους σον, αιτούμεν κατιδείν Φιλάνθρωπε …»
Με αυτά τα λόγια του στιχηρού στον εσπερινό της Παρασκευής, πριν την Κυριακή των Βαΐων, τελειώνει η Μεγάλη Σαρακοστή. Μπαίνουμε πια στην «Αγία Εβδομάδα», στην περίοδο του εορτασμού των παθών του Χριστού, του Θανάτου και της Αναστάσεως Του. Περίοδος που αρχίζει από το Σάββατο του Λαζάρου .
Θα ξεκινήσω χρονικά αντίστροφα, με κατι πολύ επίκαιρο και πικρά διδακτικό στίς μέρες μας, των τραπεζών και της ¨απληστίας των αγορών¨, - γιατί πίσω από όλα αυτά κάποια πρόσωπα θνητά όπως όλοι μας είναι : Μετά την αναστασή του, ο Λάζαρος εζησε 30 χρόνια ακόμη, στην Κύπρο, όπου την εκκλησία της εποίμανε δεκαοκτώ περίπου χρόνια Καθ' όλο αυτό το διάστημα ποτέ δεν...
εγέλασε, λέγει μια κυπριακή παράδοση, παρά μόνο μια φορά που είδε κάποιον να κλέβει από ένα μπακάλικο ένα πήλινο δοχείο, μια «τσούκα».
Τότε ο άγιος χαμογέλασε κι είπε: Για δέστε: Το ένα χώμα , κλέβει τ' άλλο (τη τσούκα).
Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία που τον φιλοξένησαν πολλές φορές (Λουκ. ι΄, 38-40, Ιωαν. ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα περίπου δύο μίλια. Λίγες μέρες προ του πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί.
Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω. Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.
Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα. Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: Λάζαρε, βγες έξω. Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωαν. ια΄,44)
Ο Λάζαρος, ο αγαπημένος αυτός μαθητής του Χριστού, μετά την ανάστασή του, γύρω στο 33 μ.Χ. έφυγε από τη Βηθανία κι ήρθε στη Λάρνακα της Κύπρου. Εδώ τον συνήντησαν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, όταν μετέβαιναν από τη Σαλαμίνα στην Πάφο, και τον χειροτόνησαν επίσκοπο της Εκκλησίας, που ίδρυσε ο ίδιος.
Την εκκλησία αυτή εποίμανε δεκαοκτώ περίπου χρόνια. .
Κι υπάρχει ακόμα μία κυπριακή παράδοση που συνδέει το πέρασμα του αγίου από την πόλη της Λάρνακας με τις εκεί κοντά ευρισκόμενες αλυκές. Ένα απέραντο αμπέλι ήταν προηγουμένως όλη εκείνη η έκταση. Κάποια φορά που περνούσε ο άγιος από εκεί είδε τον αμπελουργό να μαζεύει ωραία δροσάτα σταφύλια και να γεμίζει τα κοφίνια του.
Κουρασμένος και διψασμένος όπως ήταν ο άγιος σταμάτησε κι απευθυνόμενος στον αμπελουργό με καλοσύνη του ζήτησε λίγα σταφύλια. Αυτός όμως σαν είδε τον ξένο, τον κοίταξε με περιφρόνηση και προσποιούμενος τον δυστυχισμένο του είπε:
- Πήγαινε στο καλό, άνθρωπε μου. Δεν βλέπεις πως το αμπέλι ξεράθηκε κι έγινε άλας κι εσύ μου ζητάς σταφύλια;
- Αφού το βλέπεις ξερό σαν άλας, ας γίνει άλας απήντησε ο άγιος.
Και ω του θαύματος! Όλη εκείνη η έκταση στην οποία βρισκόταν το δροσερό αμπέλι έγινε στη στιγμή μια αλυκή. Το αδιέξοδο και η ματαιότης της υποκρισίας...
Με στοργή κι αγάπη διηύθυνε ο άγιος την Εκκλησία του Κιτίου μέχρι τέλους της ζωής
press.gr Από τον Δρ. Νίκο Κρεμμύδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου