Με αφορμή την παρούσα κρίση που βιώνει η ελληνική κοινωνία, η μεγάλη πλειοψηφία των εγχώριων αναλυτών και δημοσιολόγων επικεντρώνονται κυρίως στο πεδίο της οικονομίας και στους εξωγενείς παράγοντες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα όσο και το ευρωπαϊκό πλαίσιο διακυβέρνησης, στο οποίο μετέχει και η Ελλάδα, βρίσκονται τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπα με μία πρωτοφανής κρίση. Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση τα βαθύτερα αίτια είναι εσωτερικά. Τουτέστιν, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική αβεβαιότητα δεν είναι η γενεσιουργός αιτία της ελληνικής κρίσης, αλλά ο καθοριστικός παράγοντας που έβγαλε όλες τις παθογένειες της ελληνικής ιδιαιτερότητας στην επιφάνεια.
Η ελληνική κρίση είναι πρωτίστως πολιτική, θεσμική, κοινωνική, αξιακή και
έπειτα οικονομική. Δεν μπορεί, δηλαδή, να προσεγγιστεί και να αναλυθεί με στυγνά οικονομικούς όρους. Το γεγονός ότι τα προγράμματα διάσωσης στηρίχτηκαν αποκλειστικά σε δημοσιονομικές και οικονομικές μεταβλητές μας επιτρέπει να αντλήσουμε δύο χρήσιμες παρατηρήσεις: 1) οι χώρες που εφαρμόζουν παρόμοια προγράμματα διάσωσης παρουσιάζουν καλύτερες επιδόσεις από την Ελλάδα (βλ. Ιρλανδία, Πορτογαλία), 2) όλες οι προβλέψεις για την Ελλάδα έπεσαν έξω.
έπειτα οικονομική. Δεν μπορεί, δηλαδή, να προσεγγιστεί και να αναλυθεί με στυγνά οικονομικούς όρους. Το γεγονός ότι τα προγράμματα διάσωσης στηρίχτηκαν αποκλειστικά σε δημοσιονομικές και οικονομικές μεταβλητές μας επιτρέπει να αντλήσουμε δύο χρήσιμες παρατηρήσεις: 1) οι χώρες που εφαρμόζουν παρόμοια προγράμματα διάσωσης παρουσιάζουν καλύτερες επιδόσεις από την Ελλάδα (βλ. Ιρλανδία, Πορτογαλία), 2) όλες οι προβλέψεις για την Ελλάδα έπεσαν έξω.
Μεταβλητές όπως το περιορισμένο κοινωνικό κεφάλαιο και ο χαμηλός βαθμός εμπιστοσύνης κυριαρχούν στην πολιτική μας κουλτούρα και είναι σημαντικά αναλυτικά εργαλεία που εξηγούν την αποτυχία μας. Το κοινωνικό κεφάλαιο σχετίζεται με και εξαρτάται από τις κοινωνικές νόρμες, την κοινωνική εμπιστοσύνη και τα κοινωνικά δίκτυα (Putnam, 1993).
Οι κοινωνικές νόρμες ορίζουν τι είναι σωστό και τι λάθος σε μία κοινωνία (Anderson, 2006). Αποτελούν καθοριστικό αποτρεπτικό ή επιτρεπτικό παράγοντα για τις πράξεις μας και το γενικότερο αυτοπροσδιορισμό μας σε μία κοινωνία. Για παράδειγμα, το ποσοστό παραβίασης του ερυθρού σηματοδότη σε έναν άδειο δρόμο διαφέρει στην Ελλάδα σε σύγκριση με τη Σουηδία, χώρα με σημαντικό κοινωνικό κεφάλαιο. Όπως διαφέρει και η συμμετοχή των πολιτών στην ανακύκλωση, το αίσθημα ευθύνης απέναντι στην κοινότητα, το κατά πόσο ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται ή να ακυρώνεται στην πράξη, το κατά πόσο η φοροδιαφυγή αποτελεί πράξη αντίστασης ή υφαρπαγή πόρων από την κοινωνία.
Οι διακυμάνσεις του κοινωνικού κεφαλαίου εξαρτώνται και από το βαθμό της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Ο όρος αναφέρεται στην εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας και μπορεί να ταξινομηθεί σε ειδική και γενική εμπιστοσύνη (Uslaner and Conley, 2003).
Τα κοινωνικά δίκτυα είναι επίσημες και ανεπίσημες διασυνδέσεις σε μία κοινότητα και συμπεριλαμβάνονται σε πολλές μελέτες για τη μέτρηση του κοινωνικού κεφαλαίου (Coleman, 1990).
Ο Francis Fukuyama έχει αποδείξει γιατί η εμπιστοσύνη αποτελεί κοινωνική αρετή, καθώς και το πώς αυτή μπορεί να καθορίσει την ευημερία ή την αποτυχία μίας κοινωνίας (Fukuyama, 1996). Τα χαρακτηριστικά μίας κοινωνίας δεν μπορούν να μην επηρεάσουν την οικονομική ζωή. Το κοινωνικό κεφάλαιο μπορεί να είναι το ίδιο σημαντικό με το φυσικό κεφάλαιο και μόνο αυτές οι κοινωνίες με υψηλό βαθμό κοινωνικής εμπιστοσύνης θα μπορέσουν να ευημερήσουν και να ανταγωνιστούν με προοπτικές στο νέο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον (Όπ.παρ.).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην Ελλάδα έχουμε μία αδύναμη κοινωνία πολιτών, με περιορισμένο κοινωνικό κεφάλαιο, έλλειψη εμπιστοσύνης και αμοιβαία καχυποψία. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης είναι ορατό στο ευρύτερο φάσμα της ελληνικής κοινωνίας. Κυριαρχεί στις σχέσεις πολιτικού-διοικητικού συστήματος, Κράτους – πολίτη, κεντρικής – τοπικής διοίκησης, αγοράς – κοινωνίας.
Η διάγνωση της παραπάνω παθογένειας γεννά δύο κύρια ερωτήματα: 1) που οφείλεται ο χαμηλός βαθμός εμπιστοσύνης; 2) Υπάρχει περίπτωση να αποκαταστήσουμε αυτή την παθογένεια;
Η εμπιστοσύνη καθορίζεται κυρίως από την αξιοπιστία των θεσμών και των δρώντων. Ως θεσμούς ορίζουμε τους «κανόνες του παιχνιδιού» σε μία κοινωνία (D.North, 1990).
Στο μνημειώδες έργο τους, “Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη”, οι Acemoglou και Robinson υποστηρίζουν ότι το θεσμικό πλαίσιο είναι ο καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας ή αποτυχίας ενός κράτους (D.Acemoglou & A. Robinson, 2012). Με τον όρο θεσμοί οι συγγραφείς αναφέρονται στους «κανόνες του παιχνιδιού» που καθορίζουν τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, της αγοράς, της εκπαίδευσης, της δικαιοσύνης, τους ευρύτερους περιορισμούς ή τα κίνητρα που δίδονται στους δρώντες.
Εξετάζοντας την ελληνική περίπτωση, από την ίδρυση του σύγχρονου ελλαδικού Κράτους έως και σήμερα, δεν χωράει αμφιβολία ότι η δυσλειτουργία των θεσμών εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αποτυχία μας. Παρά το ότι εξ’ ιδρύσεως του επιχειρήθηκε να εισαχθούν σύγχρονοι και φιλελεύθεροι θεσμοί, ουσιαστικά αυτή η προσπάθεια ποτέ δεν μπόρεσε να βρει πρόσφορο έδαφος στην Ελλάδα. Κύριοι υπαίτιοι ήταν, και παραμένουν σε μεγάλο βαθμό, οι αποτυχημένες ελίτ της χώρας.
Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος έχει υπογραμμίσει αυτή τη διαχρονική μάχη, από τη δεκαετία του 1820, ανάμεσα στους «εκσυγχρονιστές» και τους υπερασπιστές της «αναχρονιστικής κουλτούρας». Παρά την είσοδο της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, η φιλοευρωπαϊκή πτέρυγα ποτέ δεν μπόρεσε ουσιαστικά να κυριαρχήσει στην ελληνική κοινωνία και να επιβάλει τη φιλελεύθερη – εκσυγχρονιστική ατζέντα της. Έτσι, οι μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς, στο κράτος και στην οικονομία προσεγγίζονται ως επιδρομή επί των ιερών και δικαίων της ελληνικής κοινωνίας. Ακόμη και όταν κάποιες μεταρρυθμίσεις προχώρησαν, αυτές δεν έγιναν αποδεκτές με ιδιαίτερη θέρμη από την ελληνική κοινωνία. Προσεγγίστηκαν περισσότερο ως αναγκαίο κακό, επιβαλλόμενο από τους Ευρωπαίους αξιωματούχους, και όχι ως εσωτερική αναγκαιότητα. Τουτέστιν, η αμυντική στάση κυριάρχησε της ενεργητικής, με αποτέλεσμα σημαντικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες να μετριαστούν ή να ακυρωθούν κατά το στάδιο υλοποίησης τους.
Βέβαια, πρέπει να τονίσουμε ότι, η κύρια ευθύνη ανήκει στο πολιτικό-διοικητικό σύστημα, τόσο γιατί δεν επέδειξε την απαραίτητη πολιτική βούληση για την προώθηση των αλλαγών όσο και γιατί με τη συμπεριφορά του εκπαίδευσε και οδήγησε την κοινωνία προς μία λανθασμένη κατεύθυνση. Για παράδειγμα, δεν μπορείς να ζητάς από το κοινωνικό σύνολο να σεβαστεί τους κανόνες, όταν εσύ που νομοθετείς πρώτος τους παραβιάζεις. Δηλαδή, εκτός από την αξιοπιστία των θεσμών, σημαντικό ρόλο παίζει και η αξιοπιστία εκείνων που τους καθορίζουν. Όταν για πολλά χρόνια έχουν αποδειχτεί αναξιόπιστοι, δύσκολα θα πείσουν τους πολίτες ότι πλέον έχουν γίνει αξιόπιστοι. Η αξιοπιστία είναι ένα κεφάλαιο που δύσκολα οικοδομείται και εύκολα εξανεμίζεται.
Η ιστορικά αποτυχημένη θεσμική εξέλιξη, λοιπόν, αποτελεί την κύρια γενεσιουργό αίτια της δυσλειτουργίας και της αποτυχίας μας. Το πελατειακό κράτος, η κομματοκρατία, η αδύναμη κοινωνία πολιτών, το περιορισμένο κοινωνικό κεφάλαιο, η έλλειψη εμπιστοσύνης, αποτελούν τις κύριες μεταβλητές γέννησης της κρίσης. Ωστόσο, αυτές οι μεταβλητές εξαρτώνται από τη διαχρονική αποτυχία των θεσμών. Δεν μπορούμε να λύσουμε καμία από αυτές τις παθογένειες εάν δεν υιοθετήσουμε σύγχρονους και αποτελεσματικούς θεσμούς και εάν δεν αποκαταστήσουμε τις αντιλήψεις των πολιτών για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται προς τους κανόνες του παιχνιδιού.
Η αξιοπιστία των δρώντων παίζει σημαντικό ρόλο για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την οικοδόμηση λειτουργικών θεσμών. Για να την κερδίσεις πρέπει να προσπαθήσεις σκληρά και να αποδείξεις με την πάροδο του χρόνου ότι εσύ πρώτος σέβεσαι και τηρείς τους κανόνες που θεσπίζεις.
Όσον αφορά τις συνέπειες της κρίσης, δεν θα αναφερθώ στη δύσκολη οικονομική πραγματικότητα που όλοι λίγο – πολύ βιώνουμε, αλλά στις κοινωνικό-πολιτικές προεκτάσεις της.
Παρά το αρχικό σοκ που έφερε η δημοσιονομική προσαρμογή, η ελληνική κοινωνία δείχνει τεράστια αποθέματα αντοχής και σημάδια ωρίμανσης. Η «βίαιη προσαρμογή», λοιπόν, ίσως οδηγεί αθόρυβα και στη «βίαιη ωριμότητα» της ελληνικής κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική κοινωνία συμπεριφέρεται στην περίοδο της κρίσης πολύ πιο ώριμα από τις ηγεσίες της. Γιατί αλήθεια πόσο πιο ώριμα από την ελληνική θα είχαν συμπεριφερθεί άλλες κοινωνίες με ανεργία στα ύψη, και ειδικά στους νέους πάνω από 50%, με μεγάλη συρρίκνωση του εισοδήματος και με ραγδαία αύξηση φόρων;
Στην πλειοψηφία των πολιτών ίσως επικρατεί ένα κρυφό αίσθημα συνενοχής. Με άλλα λόγια, ίσως ο ελληνικός λαός έχει αποδεχτεί την πραγματικότητα, ότι δηλαδή όλοι έχουμε ευθύνες για εδώ που φτάσαμε. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι όλοι έχουμε το ίδιο μερίδιο ευθυνών ή ότι όλοι ευνοήθηκαν εξίσου από το συγκεκριμένο αναχρονιστικό σύστημα. Σηματοδοτεί απλά ότι η πλειοψηφία έχει αντιληφθεί τι πήγε στραβά και τι πρέπει να αλλάξει. Κατανοεί ότι δεν αρκεί να αλλάζουμε απλώς πρόσωπα ή/και κόμματα για να έχουμε καλύτερη διακυβέρνηση, πρέπει να προχωρήσουμε σε μία ριζική μεταρρύθμιση των θεσμών. Κατανοεί, επίσης, ότι αυτή η ριζική αλλαγή δεν θα έλθει ως μάννα εξ’ ουρανού, αλλά θα προκύψει από τη δική μας θέληση. Αντιλαμβάνεται ότι ακόμη και αν οι αλλαγές προχωρήσουν, δεν θα έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα εάν δεν αλλάξουμε αντιλήψεις και δεν τις στηρίξουμε στην πράξη.
Οι υποστηρικτές της σχολής του “ιστορικού θεσμισμού” υπογραμμίζουν ότι οι θεσμοί ενός κράτους, μπορεί να αλλάξουν ριζικά εξαιτίας μίας «κρίσιμης σύμπτωσης» (critical juncture). Ίσως η κρίση που βιώνει η χώρα, λοιπόν, να αποτελεί την «κρίσιμη σύμπτωση», προκειμένου να προχωρήσουμε σε αυτές τις αλλαγές που δεν μπορέσαμε να κάνουμε για σχεδόν δύο αιώνες.
Γιάννης Μανώλης πολιτικός επιστήμονας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου