Η πιο χιλιοειπωμένη λέξη, το τελευταίο διάστημα, στο δημόσιο λόγο είναι η ανάπτυξη. Όλα σχεδόν τα πολιτικά πρόσωπα υπερθεματίζουν για την ανάπτυξη, προκειμένου η χώρα να βγει από το αδιέξοδο. Ωστόσο, η ανάπτυξη δεν θα έρθει ως μάννα εξ ουρανού, ούτε θα προκύψει με τις γνωστές μεθόδους των τελευταίων 3 δεκαετιών.
Πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτό που ξέραμε μέχρι πρότινος δεν ήταν ακριβώς ανάπτυξη. Μπορεί το ΑΕΠ, μέχρι πριν 3 χρόνια, να είχε θετικό πρόσημο, αλλά αυτό ήταν μία επίπλαστη πραγματικότητα. Ήταν κυρίως οικονομική μεγέθυνση, είτε μέσω δανεικών είτε μέσω μεγάλων υπερτιμολογημένων δημοσίων έργων, που προέρχονταν κυρίως από τα ευρωπαϊκά ταμεία και κατέληγαν σε λίγους και εκλεκτούς «εθνικούς» εργολάβους (σε αυτούς ανήκει και η κατασκευαστική του πατρός του κ. Τσίπρα).
Δηλαδή, αυτό που κάναμε κατά κόρον ήταν να δανειζόμαστε και να εισάγουμε αγαθά τα οποία ανταλλάσαμε μεταξύ μας. Οι εισαγωγές μας εδώ και πολλά χρόνια είναι περισσότερες από τις εξαγωγές μας. Αυτό οδήγησε σε μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών (διαφορά ανάμεσα σε εισαγωγές και εξαγωγές), και επιτάχυνε τον δανεισμό ώστε να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Εν ολίγοις, αυτό το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο σημαίνει ότι το χρήμα που φεύγει από την ελληνική οικονομία για τις εισαγωγές είναι πολύ περισσότερο από αυτό που έρχεται στη χώρα από τις εξαγωγές της ή το συνάλλαγμα. Άρα, το κράτος δανειζόταν για να καλύψει τις ανάγκες, προερχόμενες κυρίως από την έλλειψη ρευστότητας. Ήταν αναμενόμενο, λοιπόν, το στρεβλό οικονομικό μοντέλο της μεταπολίτευσης, που στηριζόταν υπέρμετρα υπέρ της κατανάλωσης και εις βάρος της παραγωγής, να σκάσει.
Εάν στα παραπάνω προσθέσει κανείς και τις χρόνιες στρεβλώσεις της γραφειοκρατίας, του κρατισμού, της διαφθοράς, της διαπλοκής, καθώς και της έλλειψης ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου, κατανοεί ότι η Ελλάδα, παρότι ευλογημένη χώρα, κάθε άλλο παρά φιλική προς τις επενδύσεις είναι. Όποιος έχει αντιρρήσεις μπορεί να εξετάσει την περίπτωση του Costa Navarino - της μεγαλύτερης επένδυσης που έγινε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και απασχολεί περισσότερα από 3.000 άτομα – που πήρε στον ιδιοκτήτη του 25 χρόνια για να τελεσφορήσει. Και αν η συγκεκριμένη επένδυση σας φαίνεται τεράστια και δικαιολογεί την χρόνια καθυστέρηση, τότε δεν έχετε παρά να προσπαθήσετε να ανοίξετε μία μικρή επιχείρηση στην Ελλάδα. Ο χρόνος και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για να ανοίξεις ένα mini – market στην Ελλάδα είναι κατά πολύ περισσότερα από το να ανοίξεις μία αυτοκινητοβιομηχανία στην Ολλανδία ή το Βέλγιο.
Και ενώ, σχεδόν, όλοι μιλάνε για ανάπτυξη, ελάχιστοι είναι αυτοί που περιγράφουν πώς ακριβώς θα πραγματοποιηθεί. Και ακόμη περισσότεροι είναι αυτοί που επικαλούνται την ανάπτυξη, στηριζόμενοι στα παλαιά σαθρά υλικά που μας έφεραν εδώ (αύξηση δημοσίων δαπανών, καταναλωτισμός, επιπλέον προσλήψεις στον δημόσιο τομέα, κρατικοποιήσεις επιχειρήσεων).
Μέχρι και σήμερα, υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα που υπερασπίζονται με σθένος το παλιό και το σάπιο, παρουσιάζοντας το μάλιστα ως καινούργιο. Ας ρίξουμε μια ματιά στην αναφορά του προέδρου των ΑΝΕΛ, Πάνου Καμμένου, για την ανάπτυξη: «πρέπει ο ΦΠΑ να πέσει. Πώς θα έρθει η ανάπτυξη εάν ο καφές εδώ στη Χαλκίδα κοστίζει 5 και 6 ευρώ», αναρωτήθηκε. Δηλαδή, η αναπτυξιακή πρόταση του κ. Καμμένου εξαντλείται στο εξής: πώς θα έρθει η ανάπτυξη εάν δεν πιούμε φραπέδες; Αυτό που δεν μας λέει, λόγω έλλειψης σοβαρού και υλοποιήσιμου προγράμματος ή εμμονής στο μοντέλο καταναλωτισμού και κρατισμού της μεταπολίτευσης, είναι το πώς θα πίνουμε καφέδες, έστω και με 1 ευρώ, εάν δεν έχουμε εργασία και εισόδημα. Δεν γίνεται όλοι οι Έλληνες να ανοίξουμε καφετέριες και ουζερί και να πίνουμε καφέδες και ούζα ο ένας στο μαγαζί του άλλου. Γιατί σίγουρα ο ΦΠΑ πρέπει να μειωθεί από το 23%, αλλά το πρωτεύον είναι άλλο. Το μείζον είναι η ελληνική οικονομία να αποκτήσει ανταγωνιστικά και εξωστρεφή χαρακτηριστικά, που θα ενισχύσουν τις εξαγωγές και θα μειώσουν τις εισαγωγές. Το ζήτημα είναι όχι πόσο θα κοστίζει ο καφές, αλλά πόσοι θα μπορούν να πίνουν καφέ εάν δεν γίνουν επενδύσεις και δεν ανοίξουν θέσεις εργασίας στη χώρα. Εκτός και εάν θεωρεί ο κ. Καμμένος ότι οι «ξένοι τοκογλύφοι», όπως τους κατονομάζει, είναι υποχρεωμένοι να μας πληρώνουν επ’ αόριστον γιατί μας χρωστάνε και εμείς να καθόμαστε και να πίνουμε καφέδες, μέχρι βέβαια να εκμεταλλευτούμε το πετρέλαιο που θα μας επιτρέψει να βρούμε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα.
Από την άλλη ο κ. Τσίπρας εξελίσσεται σε κατεξοχήν υπερασπιστή της αδράνειας του status quo και θεματοφύλακας των αξιών του κρατισμού, καθώς και των αξίων του ληστρικού συνδικαλισμού όπως ο Φωτόπουλος της ΓΕΝΟΠ και η παρέα του. Στην αρχή μας είπε ότι θα καταπολεμήσει την ανεργία και θα φέρει ανάπτυξη, μέσω 100.000 προσλήψεων στον δημόσιο τομέα. Μετά μας είπε ότι θα κρατικοποιήσει οργανισμούς όπως ο ΟΤΕ και η Ολυμπιακή. Και όταν οι διάφοροι εκπρόσωποι του ρωτήθηκαν για το που θα βρουν τα χρήματα, απάντησαν ότι είτε θα δεσμεύσουν τις καταθέσεις από 20.000 ευρώ και πάνω είτε θα επιβάλουν κεφαλικό φόρο (αλήθεια σε τι διαφέρει αυτή η πρόταση από το χαράτσι στα ακίνητα;), είτε θα αυξήσουν και άλλο τη φορολογία των επιχειρήσεων. Με αυτές τις ανεύθυνες κουβέντες και μέσα σε αυτές τις συνθήκες αβεβαιότητας, όσες ελάχιστες επιχειρήσεις έχουν μείνει στην Ελλάδα θα φύγουν και οι καταθέσεις των αποταμιευτών θα κάνουν «φτερά». Οι σύντροφοι του κ. Τσίπρα μπορεί να δηλώνουν μαρξιστές, αλλά αγνοούν μια βασική διατύπωση του Μαρξ. “ Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα”, δήλωνε ο μεγάλος θεωρητικός του κομμουνισμού και είχε απόλυτο δίκαιο. Πόσο μάλλον μέσα σε ένα περιβάλλον ελεύθερης διακίνησης αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και εργαζομένων, όπως είναι αυτό που εξασφαλίζει η Ε.Ε..
Η ανάπτυξη, λοιπόν, είναι μία σοβαρή υπόθεση και θα έλθει μόνο μέσα από ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης, που θα προωθήσει ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο στηριζόμενο πρωτίστως στην παραγωγή και δευτερευόντως στην κατανάλωση. Τώρα όσο ποτέ άλλοτε πρέπει να απομυθοποιήσουμε τους μύθους της μεταπολίτευσης και να κατανοήσουμε μερικές βασικές έννοιες. Δεν μπορούμε να φτιάξουμε νέες θέσεις εργασίας, χωρίς ανάπτυξη. Δεν μπορούμε να έχουμε ανάπτυξη, χωρίς επενδύσεις. Δεν μπορούν να γίνουν επενδύσεις, σε περιβάλλον πολιτικής αστάθειας και δίχως ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο.
Γιάννης Μανώλης
Πολιτικός Επιστήμονας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου