Καταγράφοντας τις αντιδράσεις του συνόλου σχεδόν των κοινωνικών ομάδων στα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, εντύπωση προκαλεί η πλήρης σχεδόν απουσία των αγροτών από εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Κρίνοντας με βάση το παρελθόν, η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, κάθε άλλο παρά μας έχει συνηθίσει σε αποχή, αδιαφορία και πολύ περισσότερο σε νηφάλιους τρόπους διεκδίκησης.
Γι' αυτό και η απουσία αυτή γίνεται ακόμα πιο ηχηρή. Από την άλλη και από τη μεριά της κυβέρνησης, εύκολα διαπιστώνουμε ένα κενό, μια ακόμα απουσία σε μέτρα, που θα μπορούσαν να αναδείξουν τη συμβολή των αγροτών στην αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους. Όταν μάλιστα αυτό συμβαίνει, με το σύνολο των εργαζομένων να θίγεται με ευθύ και συχνά βάναυσο τρόπο, με ριζικές παρεμβάσεις στο ύψος των αμοιβών και τη φορολογία, η απουσία μέτρων για τον γεωργικό πληθυσμό δημιουργεί ερωτήματα.
Είναι γνωστό ότι η πολιτική τάξη της χώρας, σε βάθος χρόνου, έχει αντιμετωπίσει τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου με ευαισθησία και προσοχή. Οι λόγοι γι' αυτό ήσαν και είναι πολλοί (Λιανός κ.α, 2009): Οι φυσικές ιδιαιτερότητες της αγροτικής παραγωγής, οι γενικά θετικές απόψεις της πλειοψηφίας του κόσμου για περισσότερο ευνοϊκούς τρόπους μεταχείρισης του αγροτικού πληθυσμού και κυρίως η πίεση των οργανωμένων αγροτικών συμφερόντων σε συνδυασμό με το, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο, ειδικό βάρος της αγροτικής ψήφου, οδηγεί τις εκάστοτε κυβερνήσεις να αποφεύγουν τις αντιπαραθέσεις με τον αγροτικό πληθυσμό. Υπάρχουν άλλωστε αρκετά προς τούτο παραδείγματα από το απώτερο αλλά και το περισσότερο πρόσφατο παρελθόν.
Δεν πάει άλλωστε πολύς καιρός από τότε, που ενώ η κατάρρευση των δημοσίων οικονομικών της χώρας ήταν προ των πυλών (Γενάρης 2009), ο τότε Υπουργός Γεωργίας μοίραζε, δίχως σκέψη και σύνεση, 500 εκατομμύρια ευρώ για να εκτονώσει τις αγροτικές κινητοποιήσεις που είχαν ξεσπάσει. Επρόκειτο για την απόλυτη πρόκληση η οποία θα βαραίνει στο διηνεκές όσους συνέπραξαν στη συνομολόγησή της. Θα ήμασταν όμως άδικοι και μεροληπτικοί, αν δεν αναφέραμε ότι από τη μεριά της τότε αντιπολίτευσης το τεράστιο για τα δεδομένα αλλά και την οικονομική κατάσταση της χώρας αυτό ποσό, είχε τότε χαρακτηρισθεί ως … ψίχουλα!
Το θέμα της παρούσας εργασίας είναι η παρουσίαση και αποτίμηση της ειδικής αυτής μεταχείρισης του αγροτικού εισοδήματος και κυρίως οι προοπτικές συνέχισής της στις σημερινές, κάθε άλλο παρά κανονικές, συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε. Κατά τη γνώμη μας πρόκειται για μια πολιτική η οποία, ειδικά μέσα στις σημερινές συνθήκες μιας πρωτοφανούς οικονομικής δυσπραγίας και επαπειλούμενης οικονομικής καταστροφής, χρήζει αναθεώρησης. Δεδομένου ότι κάθε τέτοια αλλαγή θα τύχει σημαντικών αντιστάσεων, η διερεύνηση ορισμένων ερωτημάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Το πρώτο ερώτημά μας αφορά στην επίκληση κοινωνικών-εισοδηματικών ανισοτήτων ανάμεσα στον αγροτικό και τον μη αγροτικό πληθυσμό με σκοπό τη δικαιολόγηση των σημαντικών, όπως θα δούμε στη συνέχεια, εισοδηματικών μεταβιβάσεων και φορολογικών απαλλαγών όσον αφορά τη διαμόρφωση του γεωργικού εισοδήματος. Με άλλη διατύπωση: είναι πράγματι τα γεωργικά εισοδήματα σε τέτοιο βαθμό χαμηλότερα από αυτά του μη γεωργικού τομέα της οικονομίας, ώστε να δικαιολογούν μια μεγάλου δημοσιονομικού κόστους ειδική μεταχείριση, όπως και ένα εξαιρετικά προνομιακό καθεστώς φορολόγησής τους;
Το δεύτερο ερώτημα αφορά στη λογική της αντιμετώπισης του αγροτικού πληθυσμού ως ενιαίο σύνολο, στην παγιωμένη δηλαδή υποβάθμιση σημαντικών εισοδηματικών ανισοτήτων στο εσωτερικό τού αγροτικού τομέα. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό καταλήγει στη διατύπωση της ανάγκης μιας περισσότερο διαφοροποιημένης κατά εισοδηματικές κατηγορίες αναδιανεμητικής πολιτικής που θα λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις υφιστάμενες στο εσωτερικό του αγροτικού τομέα εισοδηματικές ανισότητες.
Το τρίτο ερώτημα σχετίζεται με τον υπολογισμό του συνόλου των πραγματοποιούμενων δημοσιονομικών μεταβιβάσεων από τον μη αγροτικό προς τον αγροτικό τομέα της οικονομίας, την κατάρριψη της πλάνης περί κατά κύριο λόγο Κοινοτικών και όχι Εθνικών μεταβιβάσεων, όπως και με τη διαμόρφωση μιας πρώτης εκτίμησης για το ύψος των απωλειών του Κρατικού Προϋπολογισμού σε φορολογικά έσοδα, λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτος φορολόγησης του αγροτικού εισοδήματος.
1. Υπάρχουν πλούσιοι αγρότες;
Το έργο της σύγκρισης κατά κεφαλήν εισοδημάτων ανάμεσα σε διαφορετικούς οικονομικούς κλάδους είναι δύσκολο. Τα προς σύγκριση στατιστικά στοιχεία στηρίζονται συνήθως σε διαφορετικούς ορισμούς και συχνά εκφράζουν διαφορετικές πραγματικότητες. Τα στατιστικά δεδομένα, με τα λιγότερα προς τούτο προβλήματα, είναι της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (Ερ.Οικ.Πρ.) της ΕΛΣΤΑΤ. Αυτά χρησιμοποιούμε στη συνέχεια.
Η έρευνα Ερ.Οικ.Πρ. δίνει στοιχεία εισοδήματος για τα νοικοκυριά ανάλογα με το επάγγελμα του αρχηγού του νοικοκυριού. Σύμφωνα με αυτά, το 2008, το μέσο Ελληνικό νοικοκυριό είχε ένα μηνιαίο εισόδημα 2.634 ευρώ. Ειδικά τα νοικοκυριά με αρχηγό γεωργό, κτηνοτρόφο κλπ είχαν ένα εισόδημα 2.341 ευρώ, δηλαδή, το 89% του μέσου εισοδήματος του συνόλου των νοικοκυριών (Πίνακας 1).
Από την κατανομή σε τάξεις μεγέθους, προκύπτει πως το 2008 είχαμε 51.163 γεωργικά νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα μεγαλύτερο του όχι ευκαταφρόνητου ποσού των 2.800 ευρώ. Με το όριο στις 2200 ευρώ, ο αριθμός αυξάνει στα 83054 νοικοκυριά. Σε ποσοστά, τα μεγέθη αυτά αντιστοιχούν στο 24.7% και στο 40% του συνόλου των γεωργικών νοικοκυριών (2008: 207.436 γεωργικά νοικοκυριά).
Στέλιος Δ. ΚατρανίδηςΚαθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου