Απεβίωσε, σε ηλικία 89 χρόνων, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», ο καθηγητής και πρώην υπουργός Γεώργιος - Αλέξανδρος Μαγκάκης.
Όπως έγινε γνωστό, ο καθηγητής και πρώην υπουργός νοσηλευόταν στην 3η Παθολογική Κλινική του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» με χρόνιο πρόβλημα υγείας, που σχετιζόταν με τη λειτουργία των πνευμόνων και κατέληξε από πνευμονική ανεπάρκεια.
H κηδεία του θα γίνει δημοσία δαπάνη και με τιμές υπουργού εν ενεργεία.
Η ζωή και η πορεία του Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη
Ο πρώην υπουργός ήταν γιος του βουλευτή Κυκλάδων Αντώνη Μαγκάκη, σύζυγος της Αγγελικής, κόρης του πρώην πρωθυπουργού Στυλιανού Γονατά. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών την περίοδο 1940-46. Στη συνέχεια υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό μέχρι το 1950 και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου το 1953, αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Ποινικού Δικαίου. Το 1955, έγινε υφηγητής του Ποινικού Δικαίου στην Αθήνα και τέσσερα χρόνια αργότερα εντεταλμένος.
Παράλληλα με την πανεπιστημιακή καριέρα άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα σε ποινικές δίκες ιδιαίτερα την περίοδο του ''Ανένδοτου Αγώνα'' όταν υπερασπίστηκε φοιτητές, εργάτες και άλλους πολιτικά διωκόμενους.
Το διάστημα 1962-1963, δίδαξε στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ της Γερμανίας ως επισκέπτης καθηγητής, ενώ το 1968, εξελέγη παμψηφεί έκτακτος καθηγητής του Ποινικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, όμως η δικτατορία όχι μόνον δεν ενέκρινε τον διορισμό του αλλά τον Φεβρουάριο του 1969 τον απομάκρυνε οριστικά και από τη θέση του υφηγητή. Οι παραδόσεις του στη Νομική Σχολή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών και ιδιαίτερα η αποχαιρετιστήρια παράδοσή του η οποία αποτέλεσε δημόσια αντιδικτατορική εκδήλωση τον οδήγησαν για πρώτη φορά στην Ασφάλεια της οδού Μπουμπουλίνας. Λίγους μήνες αγότερα, τον Ιούλιο του 1969, συνελήφθη για αντιδικτατορική δράση. Εμεινε πέντε περίπου μήνες σε απομόνωση και υπέστη βασανισμούς, ενώ τον Απρίλιο του 1970, καταδικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο της Αθήνας στη δίκη της ''Δημοκρατικής Αμυνας'' σε κάθειρξη 18 ετών. Φυλακίστηκε για τρία περίπου χρόνια σε διάφορες φυλακές (Αβέρωφ, Επταπύργιο,Κορυδαλλός,Τρίκαλα) όπου έγραψε αντιστασιακά κείμενα καταγγέλοντας το καθεστώς της δικτατορίας. Ενα από τα κείμενα αυτά, το ''Γράμμα από τη φυλακή'' δημοσιεύτηκε εκτενώς από τα Μέσα Ενημέρωσης του Εξωτερικού και ένα άλλο με τίτλο ''Η Ελλάδα μου'' συμπεριλήφθηκε στην αντιστασιακή έκδοση ''Νέα Κείμενα'' που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1971.
Το 1972, ενώ ήταν έγκλειστος στις φυλακές το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης τον εξέλεξε τακτικό καθηγητή του Ποινικού Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Τον Απρίλιο του 1972, αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας και διέφυγε στη Χαϊδελβέργη όπου δίδασκε Ποινικό Δίκαιο και ταυτόχρονα συνέχιζε τον αντιδικτατορικό αγώνα. Το 1974, επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση της δικτατορίας, μετείχε στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση, ως υπουργός Δημοσίων Εργων και ξανάρχισε την εργασία του στο πανεπιστήμιο. Την ίδια χρονιά, εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Β' Αθήνας με το ψηφοδέλτιο της ΕΚ/ΝΔ.
Το Σεπτέμβριο του 1976, συμμετείχε στην ίδρυση της ''Σοσιαλιστικής Πρωτοβουλίας''. Το 1978, με εισήγησή του η ''Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία τερμάτισε τη δράση της και συσπειρώθηκε με τις δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ.
Το 1979, εξέδωσε το σύγγραμμα ''Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου''.
Το 1980, εντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ και το 1981 ανέλαβε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, θέση στην οποία παρέμεινε για ένα χρόνο, έως το 1982 οπότε ανέλαβε υπουργός Δικαιοσύνης. Στις 13 Μαρτίου 1989, απείχε από τη ψηφοφορία της πρότασης δυσπιστίας που είχε υποβάλει η ΝΔ κατά της κυβέρνησης με αποτέλεσμα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου και τα μέλη του Εκτελεστικού Γραφείου να εισηγηθούν τη διαγραφή του, η οποία επικυρώθηκε την επομένη ημέρα από το Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Στις 5 Οκτωβρίου 1989, επανεντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ συμμετέχοντας στη σύνθεση του νέου οργάνου που συγκροτήθηκε με τίτλο Πολιτικό Συμβούλιο, για τη δημοκρατική συμπαράταξη ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου. Το 1990, ίδρυσε μαζί με άλλους νομικούς την οργάνωση ''Δημοκρατική Ευθύνη Νομικών'' για την προστασία των ατομικών ελευθεριών και των δημοκρατικών θεσμών και εξελέγη πρόεδρός της.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1990, στο 2ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, εξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Στις 5 Απριλίου 1992, εξελέγη βουλευτής στη Β' εκλογική περιφέρεια Αθηνών καταλαμβάνοντας την έδρα η οποία είχε εκκενωθεί μετά την έκπτωση του Δ. Τσοβόλα από το βουλευτικό αξίωμα. Στις 17 Απριλίου 1994, στο 3ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, επανεξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος.
Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου για τη διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα.
Το 1996, ανέλαβε πρόεδρος της ''Ενωμένης Εθνικής Αντίστασης'', που είχε ιδρυθεί το 1974, από όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Το 1997, δημοσίευσε το βιβλίο ''Ιχνη του χτες με το βλέμμα στο αύριο''.
Συλλυπητήρια Παπούλια
Τα συλληπητήριά του προς την οικογένεια του εκλιπόντος, εκφράζει με μήνυμά του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας.
Το μήνυμα του κ. Παπούλια έχει ως εξής:
«Το κενό που αφήνει η απώλεια του Γεωργίου Αλέξανδρου Μαγκάκη δύσκολα θα γεμίσει. Ένας χαρισματικός νομικός, ένας παθιασμένος αγωνιστής της δημοκρατίας, ένας εμπνευσμένος πολιτικός που διακρίθηκε για την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, την ευαισθησία του στα θέματα δικαιωμάτων και ελευθεριών. Θα μας λείψουν οι ιδέες και η προσήλωσή του στους αγώνες για το καλό των άλλων.
Στους δικούς του ανθρώπους εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια».
Όπως έγινε γνωστό, ο καθηγητής και πρώην υπουργός νοσηλευόταν στην 3η Παθολογική Κλινική του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» με χρόνιο πρόβλημα υγείας, που σχετιζόταν με τη λειτουργία των πνευμόνων και κατέληξε από πνευμονική ανεπάρκεια.
H κηδεία του θα γίνει δημοσία δαπάνη και με τιμές υπουργού εν ενεργεία.
Η ζωή και η πορεία του Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη
Ο πρώην υπουργός ήταν γιος του βουλευτή Κυκλάδων Αντώνη Μαγκάκη, σύζυγος της Αγγελικής, κόρης του πρώην πρωθυπουργού Στυλιανού Γονατά. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών την περίοδο 1940-46. Στη συνέχεια υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό μέχρι το 1950 και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου το 1953, αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Ποινικού Δικαίου. Το 1955, έγινε υφηγητής του Ποινικού Δικαίου στην Αθήνα και τέσσερα χρόνια αργότερα εντεταλμένος.
Παράλληλα με την πανεπιστημιακή καριέρα άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα σε ποινικές δίκες ιδιαίτερα την περίοδο του ''Ανένδοτου Αγώνα'' όταν υπερασπίστηκε φοιτητές, εργάτες και άλλους πολιτικά διωκόμενους.
Το διάστημα 1962-1963, δίδαξε στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ της Γερμανίας ως επισκέπτης καθηγητής, ενώ το 1968, εξελέγη παμψηφεί έκτακτος καθηγητής του Ποινικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, όμως η δικτατορία όχι μόνον δεν ενέκρινε τον διορισμό του αλλά τον Φεβρουάριο του 1969 τον απομάκρυνε οριστικά και από τη θέση του υφηγητή. Οι παραδόσεις του στη Νομική Σχολή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών και ιδιαίτερα η αποχαιρετιστήρια παράδοσή του η οποία αποτέλεσε δημόσια αντιδικτατορική εκδήλωση τον οδήγησαν για πρώτη φορά στην Ασφάλεια της οδού Μπουμπουλίνας. Λίγους μήνες αγότερα, τον Ιούλιο του 1969, συνελήφθη για αντιδικτατορική δράση. Εμεινε πέντε περίπου μήνες σε απομόνωση και υπέστη βασανισμούς, ενώ τον Απρίλιο του 1970, καταδικάστηκε από το έκτακτο στρατοδικείο της Αθήνας στη δίκη της ''Δημοκρατικής Αμυνας'' σε κάθειρξη 18 ετών. Φυλακίστηκε για τρία περίπου χρόνια σε διάφορες φυλακές (Αβέρωφ, Επταπύργιο,Κορυδαλλός,Τρίκαλα) όπου έγραψε αντιστασιακά κείμενα καταγγέλοντας το καθεστώς της δικτατορίας. Ενα από τα κείμενα αυτά, το ''Γράμμα από τη φυλακή'' δημοσιεύτηκε εκτενώς από τα Μέσα Ενημέρωσης του Εξωτερικού και ένα άλλο με τίτλο ''Η Ελλάδα μου'' συμπεριλήφθηκε στην αντιστασιακή έκδοση ''Νέα Κείμενα'' που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1971.
Το 1972, ενώ ήταν έγκλειστος στις φυλακές το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης τον εξέλεξε τακτικό καθηγητή του Ποινικού Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Τον Απρίλιο του 1972, αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας και διέφυγε στη Χαϊδελβέργη όπου δίδασκε Ποινικό Δίκαιο και ταυτόχρονα συνέχιζε τον αντιδικτατορικό αγώνα. Το 1974, επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση της δικτατορίας, μετείχε στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση, ως υπουργός Δημοσίων Εργων και ξανάρχισε την εργασία του στο πανεπιστήμιο. Την ίδια χρονιά, εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Β' Αθήνας με το ψηφοδέλτιο της ΕΚ/ΝΔ.
Το Σεπτέμβριο του 1976, συμμετείχε στην ίδρυση της ''Σοσιαλιστικής Πρωτοβουλίας''. Το 1978, με εισήγησή του η ''Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία τερμάτισε τη δράση της και συσπειρώθηκε με τις δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ.
Το 1979, εξέδωσε το σύγγραμμα ''Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου''.
Το 1980, εντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ και το 1981 ανέλαβε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, θέση στην οποία παρέμεινε για ένα χρόνο, έως το 1982 οπότε ανέλαβε υπουργός Δικαιοσύνης. Στις 13 Μαρτίου 1989, απείχε από τη ψηφοφορία της πρότασης δυσπιστίας που είχε υποβάλει η ΝΔ κατά της κυβέρνησης με αποτέλεσμα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου και τα μέλη του Εκτελεστικού Γραφείου να εισηγηθούν τη διαγραφή του, η οποία επικυρώθηκε την επομένη ημέρα από το Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Στις 5 Οκτωβρίου 1989, επανεντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ συμμετέχοντας στη σύνθεση του νέου οργάνου που συγκροτήθηκε με τίτλο Πολιτικό Συμβούλιο, για τη δημοκρατική συμπαράταξη ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου. Το 1990, ίδρυσε μαζί με άλλους νομικούς την οργάνωση ''Δημοκρατική Ευθύνη Νομικών'' για την προστασία των ατομικών ελευθεριών και των δημοκρατικών θεσμών και εξελέγη πρόεδρός της.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1990, στο 2ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, εξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Στις 5 Απριλίου 1992, εξελέγη βουλευτής στη Β' εκλογική περιφέρεια Αθηνών καταλαμβάνοντας την έδρα η οποία είχε εκκενωθεί μετά την έκπτωση του Δ. Τσοβόλα από το βουλευτικό αξίωμα. Στις 17 Απριλίου 1994, στο 3ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, επανεξελέγη μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος.
Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου για τη διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα.
Το 1996, ανέλαβε πρόεδρος της ''Ενωμένης Εθνικής Αντίστασης'', που είχε ιδρυθεί το 1974, από όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Το 1997, δημοσίευσε το βιβλίο ''Ιχνη του χτες με το βλέμμα στο αύριο''.
Συλλυπητήρια Παπούλια
Τα συλληπητήριά του προς την οικογένεια του εκλιπόντος, εκφράζει με μήνυμά του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας.
Το μήνυμα του κ. Παπούλια έχει ως εξής:
«Το κενό που αφήνει η απώλεια του Γεωργίου Αλέξανδρου Μαγκάκη δύσκολα θα γεμίσει. Ένας χαρισματικός νομικός, ένας παθιασμένος αγωνιστής της δημοκρατίας, ένας εμπνευσμένος πολιτικός που διακρίθηκε για την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, την ευαισθησία του στα θέματα δικαιωμάτων και ελευθεριών. Θα μας λείψουν οι ιδέες και η προσήλωσή του στους αγώνες για το καλό των άλλων.
Στους δικούς του ανθρώπους εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου