Κατά το πρόσφατο παρελθόν (2005-2009), τα εμπόδια στη χωροθέτηση των ΑΠΕ επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστούν κυρίως μέσω του χωροταξικού σχεδιασμού εθνικού επιπέδου. Για τον σκοπό αυτό, το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, που εγκρίθηκε το 2008, καθόρισε συγκεκριμένα κριτήρια χωροθέτησης ανά κατηγορία ΑΠΕ
(αιολικές εγκαταστάσεις, μικρά υδροηλεκτρικά έργα, γεωθερμικές εγκαταστάσεις, φωτοβολταϊκά συστήματα, βιοαέριο-βιομάζα), μέσω ιδίως της υπόδειξης περιοχών στις οποίες πρέπει να αποκλείεται η εγκατάσταση συγκεκριμένων κατηγοριών ΑΠΕ (περιοχές αποκλεισμού) και του καθορισμού ελάχιστων αποστάσεων τις οποίες πρέπει να πληροί η εγκατάσταση έργων ΑΠΕ από γειτνιάζουσες χρήσεις, δραστηριότητες και δίκτυα τεχνικής υποδομής (ζώνες ασυμβατότητας).
Με τον ν. 3851/2010 (άρθρο 9), το Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ εξοπλίστηκε με άμεση δεσμευτικότητα ώστε οι αναλυτικές ρυθμίσεις και κριτήρια που περιέχει να μπορεί να εφαρμοσθούν άμεσα, χωρίς η εφαρμογή αυτή να προσκρούει σε άλλα σχέδια ή μελέτες που κατά το χρόνο εκπόνησής τους δεν είχαν λάβει υπόψη την προοπτική εγκατάστασης ΑΠΕ.
Οι πιο πάνω ρυθμίσεις προσέδωσαν στο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ ένα οιονεί κανονιστικό περιεχόμενο, το οποίο είναι, όμως, αμφίβολο αν συμπορεύεται με τον προβλεπόμενο από τον ν. 2742/1999 χαρακτήρα των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων που φαίνεται να είναι μάλλον προγραμματικός και κατευθυντήριος, παρά ρυθμιστικός και άμεσα δεσμευτικός. Πέραν του ζητήματος αυτού, το οποίο εκκρεμεί προς επίλυση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε συνέχεια των αιτήσεων ακυρώσεως που ασκήθηκαν κατά του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ, πρέπει να επισημανθεί περαιτέρω ότι τα χωροταξικά σχέδια, είτε εθνικά, είτε περιφερειακά, αδυνατούν, λόγω και της κλίμακας στην οποία συντάσσονται, να παράσχουν ειδικές και λεπτομερείς κατευθύνσεις για τη χωροθέτηση έργων ΑΠΕ και να αντιμετωπίσουν όλο το φάσμα των χωροθετικών προβλημάτων που αναδεικνύει η διοικητική πρακτική. Κατά μείζονα δε λόγο δεν μπορούν, με βάση την εφαρμογή γενικών μόνο κριτηρίων ή πιθανολογούμενων επιπτώσεων, να υποκαταστήσουν τον έλεγχο που οφείλει να γίνεται στο πλαίσιο της διαδικασίας χωροθέτησης κάθε έργου ΑΠΕ με βάση τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του σχεδιασμού του και τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης θέσεως εγκατάστασης.
Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν αγνοούν την ανάγκη καθιέρωσης γενικών κανόνων χωροθέτησης για τις ΑΠΕ, όπως και για άλλες κατηγορίες έργων και δραστηριοτήτων (π.χ. τουριστικές εγκαταστάσεις, επιχειρηματικά πάρκα κ.λπ.), η εγκατάσταση των οποίων προσκρούει συχνά σε ένα πλήθος ασυντόνιστων -και συχνά ασαφών ή και αντιφατικών- χωροταξικών και πολεοδομικών ρυθμίσεων. Αμφισβητούν, ωστόσο, τη δυνατότητα των χωροταξικών πλαισίων, εθνικού ή περιφερειακού χαρακτήρα, να «στεγάσουν» επαρκώς τέτοιου τύπου κανόνες. Οι τελευταίοι θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικοί αν είχαν εξαρχής ενταχθεί σε γενικούς πολεοδομικούς-περιβαλλοντικούς κανονισμούς με άμεση ισχύ για το σύνολο της χώρας. Με τους κανονισμούς αυτούς θα μπορούσαν να είχαν τροποποιηθεί ευθέως διατάξεις της ισχύουσας πολεοδομικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας (π.χ. το καθεστώς της εκτός σχεδίου και εκτός οικισμών δόμησης και εγκατάστασης δραστηριοτήτων) και να είχαν ενσωματωθεί, ως πλήρεις κανόνες δικαίου, πολλές από τις προβλέψεις του ισχύοντος Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ (π.χ. περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας ΑΠΕ, μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης εδαφών από αιολικές εγκαταστάσεις σε πρωτοβάθμιους ΟΤΑ, προϋποθέσεις εγκατάστασης ΑΠΕ σε ειδικές κατηγορίες περιοχών, όπως η γη υψηλής παραγωγικότητας κ.λπ.). Μία τέτοια λύση θα προσέδιδε σαφές κανονιστικό περιεχόμενο σε πολλές από τις ισχύουσες προβλέψεις του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ και θα εξόπλιζε τις σχετικές διαδικασίες με μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου.
Ανάγκη καθιέρωσης μιας ενιαίας άδειας χωροθέτησης
Ένα άλλο πρόβλημα που παρατηρείται κατά την αδειοδότηση των εγκαταστάσεων ΑΠΕ είναι η πρόβλεψη, στην ισχύουσα νομοθεσία, περισσοτέρων, ειδικών, «χωροθετικών» αδειών και εγκρίσεων, με συγγενές ή και επικαλυπτόμενο περιεχόμενο προς αυτό της διαδικασίας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στο πλαίσιο της οποίας διερευνάται και αποφασίζεται η χωροθέτηση των έργων ΑΠΕ (π.χ. οι ειδικές άδειες και εγκρίσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία για τη διαχείριση των υδάτων, τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, τη διαχείριση των αποβλήτων ή τη δασική και την αρχαιολογική νομοθεσία).
Το πρόβλημα αυτό φαίνεται να έχει συνειδητοποιηθεί και από τον νομοθέτη. Έτσι, το άρθρο 24 του ν. 3468/2006 είχε προβλέψει, ειδικώς για τα έργα ΑΠΕ, την υποχρέωση σύνδεσης της απαιτούμενης, βάσει της δασικής νομοθεσίας, έγκρισης επέμβασης σε δάσος ή δασική έκταση με τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Η συνύπαρξη αυτή αποδείχθηκε ωστόσο προβληματική στην πράξη, με αποτέλεσμα ο πρόσφατος ν. 3851/2010 να καταστήσει πάλι την έγκριση επέμβασης αυτοτελή πράξη, η οποία χωρεί παράλληλα προς τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων. Σήμερα, το ζήτημα τίθεται εκ νέου στη συζήτηση ενόψει της ευρύτερης αναθεώρησης της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης την οποία προωθεί το αρμόδιο υπουργείο. Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αυτής, πρέπει να εξεταστεί η συγχώνευση των επιμέρους «χωροθετικών» αδειών σε μία ενιαία περιβαλλοντική άδεια και η ενσωμάτωση των επιμέρους γνωμοδοτήσεων και εγκρίσεων στη διαδικασία γενικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης (έγκριση περιβαλλοντικών όρων). Μία τέτοια παρέμβαση, για να καταστεί λυσιτελής, πρέπει να συνδυαστεί με τον επανακαθορισμό των υποβαλλόμενων δικαιολογητικών, τον καθορισμό δεσμευτικών προθεσμιών γνωμοδότησης και παροχής εγκρίσεων, τη σύνταξη νέων προδιαγραφών μελετών (π.χ. Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων) και, κυρίως, την καταπολέμηση του «κανονιστικού υπερθεματισμού» κατά την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών κοινοτικών οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο, δηλαδή τη συμπερίληψη υποχρεώσεων στο εσωτερικό δίκαιο που υπερβαίνουν τις απαιτήσεις του αντίστοιχου ευρωπαϊκού. Εφόσον μελετηθεί επαρκώς και περιβληθεί με τις κατάλληλες ρυθμίσεις, η θέσπιση μιας ενιαίας «χωροθετικής» άδειας μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική εξοικονόμηση χρόνου, πόρων και διοικητικών διαδικασιών και να συμβάλει στη δραστική επιτάχυνση της ανάπτυξης των έργων ΑΠΕ.
Γεωργία ΓιαννακούρουΑναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου