Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Δύο στα σβέλτα.


Μια φορά ήταν ένας τύπος, που οδηγούσε το αμάξι του στην εξοχή.   Ερημιές, ησυχία, ΜΠΑΜ! του σκάει το λάστιχο. Ρεζέρβα έχει, γρύλλο δεν   έχει.

- “Οχι ρε γαμώτο”, ατυχία, στην ερημιά πού να βρει κάποιον να τον βοηθήσει.
Στο βάθος, μακρυά, βλέπει ενα φως.
Θα πάω εκεί, λέει ο ήρωας μας, όλο και κάποιος θα βρεθεί να με βοηθήσει.
Ξεκινάει λοιπόν, με κατεύθυνση για το σπίτι.

Στην διαδρομή, μονολογεί…
- “Βέβαια, δεν ξέρω ποιόν θα πετύχω εκεί, αλλά στην ερημιά είναι καλοί άνθρωποι, θα βοηθήσουν.”
Περπατάει, είναι ένα χιλιόμετρο μακρυά.
- “Τώρα, απο την άλλη θα μου πεις, μπορεί να είναι κανένας παππούς με καμιά γιαγιά, που να ξέρουν αυτοί από αμάξια…”
γύρω στα 800 μέτρα
- “Ε, καλά, δεν χρειάζεται να ξέρουν και τίποτα – ένα γρύλλο χρειάστηκα, δεν θα τους κάνει και κόπο…”
600 μέτρα
“Δηλαδή! εντάξει – θα τους ενοχλήσω νυχτιάτικα, αλλά εγώ φταίω;!  χάλασε  δηλαδή το αμάξι κύριε, τι να κάνω; νομίζεις είχα σκοπό να σε   ενοχλήσω;”
300 μέτρα

- “Ωχ αδελφέ… θα είναι και τίποτα χωριάτες, θα μου σπάσουνε και τα   νεύρα, ‘τι θες εδω’ και ‘απο που έρχεσαι’ – λογαριασμό θα σου δώσω ρε   φίλε; το αμάξι μου χάλασε, θα μου κάνεις και ανάκριση;”
100 μέτρα
- “Αμαν… φαντάσου δηλαδή, να μου βγουν και με καμία καραμπίνα! Να κινδυνέψω, κίολας, με τους κωλόγερους, για έναν παλιογρύλλο!”
30 μέτρα, ανοίγει την πόρτα της αυλής…
- “Εντάξει, είπαμε! Αλλά όχι και να μου βάλουν την καραμπίνα στα   μούτρα! δηλαδή, κύριε, οχι επειδή βρεθήκαμε σε πρόβλημα να μας γαμήσεις   κιόλας!”
…φτάνει στην πόρτα, χτυπάει το κουδούνι…
- “Ακου να δεις! Ακου να δεις!! Χρειάστηκε ένας άνθρωπος την βοήθειά   τους, να τον απειλήσουν κιόλας! Αλήτες! Βρωμοχωριάτες! Παλιόβλαχοι! Αντε   μωρέ ποιός τους έχει ανάγκη τους παλιοκομπλεξικούς! Εναν γρύλλο   χρειάστηκα και εγώ! Σιγά δηλαδή!”

…Μια γιαγιάκα ανοίγει δειλά την πόρτα. Βλέπει τον τύπο που είναι έξω φρενών:
“Τι θέλεις παιδάκι μου;” τον ρωτάει ευγενικά
- “ΒΡΕ, ΑΝΤΕ Μ@ΜΗΣΟΥ ΕΣΥ ΚΑΙ Ο ΓΡΥΛΛΟΣ ΣΟΥ!”



Κωστίκας και Γιωρίκας

Δυο πόντιοι φίλοι συναντήθηκαν μετά από πολύ καιρό:
- "Ρε! Γιωρίκα εσύ είσαι;"
- "Κωστίκα τι κάνεις ρε φίλε; Όλα καλά;"
- Κωστίκας: "Πόσα χρόνια πέρασαν ρε Γιωρίκα. Θυμάσαι τη Μαρία από το δημοτικό; Ε λοιπόν παντρευτήκαμε και είμαστε μια χαρά. Εσύ;"
- Γιωρίκας: "Εγώ πήρα γυναίκα από χωριό. Πολύ καλή σου λέω. Νοικοκυρά, πάει κάθε Κυριακή στην εκκλησία, με προσέχει πολύ. Aρχοντας είμαι."
- Κωστίκας: "Και από έρωτα πως πάτε; Πόσες φορές το κάνετε τη βδομάδα;"
- Γιωρίκας: "Μπα τίποτα. Αφού δεν ξέρουμε πως γίνεται. Φοβόμαστε."
- Κωστίκας: "Καλά ρε μιλάς σοβαρά. Δεν ξέρεις να κάνεις σεξ; Θα σε βοηθήσω όπως τον παλιό καλό καιρό.
Λοιπόν άκου τι σκέφτηκα να κάνουμε. Θα πάω τώρα εγώ να το κάνω με τη γυναίκα μου. Εσύ θα έρθεις μαζί μου για να παρακολουθήσεις έξω από το παράθυρο και ελπίζω να μάθεις μερικά πράγματα για το σεξ." Στην αρχή ο Γιωρίκας δίστασε.
- "Aσε ρε Κωστίκα δεν τα μπορώ εγώ αυτά τα πράγματα. Και αν με δει κανείς έξω από το σπίτι σου; Aντε πάμε και ότι γίνει.
" Εφόσον έφτασαν στο σπίτι του Κωστίκα ο Γιωρίκας πήρε θέση έξω από το παράθυρο της κουζίνας. 
Εκείνη την ώρα η γυναίκα του Κωστίκα έφτιαχνε ψωμί. Μπαίνει λοιπόν ο Κωστίκας μέσα και όπως ήταν η γυναίκα του σκυμμένη στον πάγκο της κουζίνας ανεβάζει την φούστα της και άρχισε να τη γ***ει από πίσω.
Ο Γιωρίκας αφού πήρε μια γεύση για το πως γίνεται, φεύγει τρέχοντας και γεμάτος ευχαρίστηση για το σπίτι του. 
Μετά από 2 μήνες ξανασυναντήθηκαν πάλι εντελώς τυχαία ο Κωστίκας ρωτούσε να μάθει πως τα πήγε και ο Γιωρίκας του απαντά.
- "Σε ευχαριστώ πολύ φίλε μου που μου έμαθες να κάνω έρωτα αλλά έχω μια απορία. Εσύ τόσο ψωμί τι το κάνεις;"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...